Επιστροφή
Αναζήτηση 
Σάββατο 18 Νοέ 2017
χορωδείον
Μενού
Είσοδος Χρήστη





Ξεχάσατε τον κωδικό σας;
Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφή
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ

Ο δικτυακός τόπος του Αβδού: Μερικές οδηγίες προς ναυτιλομένους...

Ο Αϊ Γιώργης στις Μελανιές

 
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ arrow ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΒΔΟΥ arrow ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΑΒΔΟΥ της Κούλας Γ. Καμπάνη
ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΑΒΔΟΥ της Κούλας Γ. Καμπάνη Εκτύπωση E-mail
Γράφει ο/η Κώστας Φυσαράκης   
12.11.04
Με την ευκαιρία της συμπλήρωσης έξι μηνών από τον θάνατο της αείμνηστης Κούλας Γ. Καμπάνη παρουσιάζω σήμερα τις ωραίες αυτές αναμνήσεις της από το Αβδού. Βασίζονται στις χειρόγραφες σημειώσεις της, που μου εμπιστεύθηκε μαζί με άλλο ιστορικό και φωτογραφικό υλικό σχετικά με τη σχολική ζωή του Αβδού, όταν την επισκέφθηκα το καλοκαίρι του 2001...

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΑΒΔΟΥ
Τ
ης Κούλας Γ. Καμπάνη

Επιμέλεια Κώστα Γ. Φυσαράκη, μέλους του Δ.Σ. του Πολιτιστικού Συλλόγου Αβδού, με την συνδρομή του Ζαχαρία Σμυρνάκη, φιλολόγου του Πειραματικού Γυμνασίου Ηρακλείου.

Η Κούλα Καμπάνη νέα στο περιβόλι
Η Κούλα Καμπάνη νέα στο περιβόλι

Με την ευκαιρία της συμπλήρωσης έξι μηνών από τον θάνατο της αείμνηστης Κούλας Γ. Καμπάνη παρουσιάζω σήμερα τις ωραίες αυτές αναμνήσεις της από το Αβδού. Βασίζονται στις χειρόγραφες σημειώσεις της, που μου εμπιστεύθηκε μαζί με άλλο ιστορικό και φωτογραφικό υλικό σχετικά με τη σχολική ζωή του Αβδού, όταν την επισκέφθηκα το καλοκαίρι του 2001. Όπως είναι γνωστό, ο πατέρας της Ιωάννης Γ. Γραμματικάκης υπήρξε διδάσκαλος του Αβδού για ολόκληρη σχεδόν την επαγγελματική του καριέρα και η οργάνωση της ιστορικής βραδιάς σχετικά με τα σχολεία από τον Πολιτιστικό Σύλλογο Αβδού δεν θα μπορούσε να παραλείψει ένα τέτοιο σημαντικό αρχείο.

Η συντοπίτισσά μας Κούλα Γ. Καμπάνη ήταν μια ευγενική μορφή που πρόσφερε σημαντικά στην πολιτιστική και πνευματική ζωή αυτού του τόπου. Εργάσθηκε με αγάπη και ζήλο στους τομείς που κατά καιρούς αναμείχθηκε προσφέροντας ανιδιοτελώς σε διάφορους συλλόγους και σωματεία της πόλης του Ηρακλείου, των οποίων υπήρξε ενεργό μέλος. Τέτοια ήταν το Λύκειο των Ελληνίδων, ο Σύλλογος Φίλων του Πανεπιστημίου Κρήτης, ο Σύλλογος Ελληνίδων Οδηγών, ο Σύλλογος «Μέριμνα» για τη φροντίδα των καρδιοπαθών κλπ.

Οι αναμνήσεις αυτές αναφέρονται στα πρόσωπα, τα γεγονότα και τα έθιμα, που την εντυπωσίασαν κυρίως στο Αβδού στα παιδικά της χρόνια αλλά και στα μετέπειτα συζυγικά της καθήκοντα δίπλα στον ενάρετο νομάρχη και πολιτικό Γεώργιο Καμπάνη. Φεύγοντας έτσι ξαφνικά αφήνει σε όλους εμάς τους συγγενείς και τους φίλους της ένα δυσαναπλήρωτο κενό. Ας είναι αιωνία η μνήμη της.

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΑΒΔΟΥ

Η οικογένεια Γραμματικάκη
Η οικογένεια Ιωάννη και Μαρίας Γραμματικάκη με τα παιδιά τους Ζαχαρία-Έλλη Διακάκη και Γεώργιο-Κούλα Καμπάνη. Γονατιστά τα εγγόνια Ρίκα, Νίκος και Έλσα.

Γεννήθηκα σ’ ένα μεσογειακό χωριό γεμάτο πράσινο. Εκείνα τα χρόνια υπήρχανε άφθονα νερά. Θυμάμαι ότι κάθε χειμώνα άνοιγαν πηγές και τα σοκάκια πλημμύριζαν από νερό τόσο που οι συγχωριανές μου έπλεναν και κοπάνιζαν με τα γνωστά ξύλινα κόπανα τα ρούχα, τις πατανίες, τα λιόπανα και ό,τι άλλο είχαν.

Σήμερα άλλαξαν πολύ τα πράγματα, γιατί με τις γεωτρήσεις, που όλο και περισσότερες ανοίγονται, το χωριό το καλοκαίρι υποφέρει από νερό.

Μια μικρή περιγραφή για το πλύσιμο των ρούχων. Τα έπλεναν από το πίσω μέρος του σπιτιού μας, επειδή από ‘κεί ήταν περισσότερο το νερό, πρέπει βέβαια να σας πω ότι το σπίτι βρισκόταν μεταξύ δύο δρόμων. Έβαζαν λοιπόν μεγάλες πέτρες μέσα στο νερό, για να περνάει ο κόσμος και να μην τσαλαβουτούνε στα νερά, σ’ αυτές τις πέτρες οι νοικοκυρές τοποθετούσαν τις πλύστρες που έφερναν από τα σπίτια τους και έτσι έπλεναν τα ρούχα της οικογένειας και ό,τι άλλο ρούχο ήταν ανάγκη να πλυθεί. Όλη αυτή η σκηνή ήταν θεαματική. Έβλεπες κάθε 3 – 4 μέτρα παρέες παρέες τις γυναίκες με ανασκουμπωμένες τις φούστες, με μαντίλια δεμένα στα κεφάλια τους και από πάνω να κρέμεται τόσο πράσινο, από τους πλαϊνούς κήπους, που έπρεπε να παραμερίσεις με το χέρι τους κλάδους, για να μπορέσεις να περάσεις. Παρόμοιες εικόνες βλέπω καμιά φορά στο σινεμά και τότε μου ‘ρχεται στο νου το χωριό μου. Οι παρέες αυτές των γυναικών δεν ήσαν βουβές, κάθε άλλο. Το κουτσομπολιό πήγαινε ροδάνι. Έτσι εγώ κρυμμένη πίσω από τα δένδρα του περιβολιού μάθαινα πολλά κουτσομπολιά του χωριού.

Εκείνη την περίοδο το Αβδού βρισκόταν σε μεγάλη ακμή, είχε 1000 και πλέον κατοίκους, που είχαν συνείδηση της ιστορικότητάς του και του αγώνα για τη λευτεριά, στα οποία πάντοτε γίνεται αναφορά, ιδιαίτερα στον Ιωάννη Νταφώτη που όπλισε το Τάγμα των Επιλέκτων Κρητών με δαπάνες του και ελευθέρωσε τις Αρχάνες το 1897.

Υπήρχαν μεγάλα μπακάλικα με όλα τα είδη, ακόμα και υφάσματα, για να εξυπηρετούνται τα γύρω χωριά Ποταμιές, Γωνιές, Κερά, Κράσι. Υπήρχε πολυτάξιο σχολείο. Λειτουργούσε από το 1860, ακόμα γινόταν διδασκαλία και ξένης γλώσσας (Γαλλικά).

Ένας αξέχαστος λαϊκός τύπος ονόματι Φεσές είχε μικρομάγαζο, αλλά πιο γνωστός έγινε με τα ψητά γουρουνόπουλα που έψηνε πάνω σε κλήματα στο φούρνο, το περίφημο καπρικό, που σήμερα γίνεται ακόμη σε μερικά χωριά. Θυμάμαι να λένε ότι και κάποιος καλόγερος από το Μοναστήρι της Κεραπαναγιάς κατέβαινε στο χωριό, για να φάει από το φημισμένο καπρικό του Φεσέ, ακόμα και σε νηστίσιμες μέρες, αν και κληρικός.

Στο Αβδού ακόμη κάποιος διατηρούσε φουρνάρικο όχι και πολύ σπουδαίο και έψηνε κάτι στρογγυλά ψωμιά με αλεύρι, σταρένιο ή μιγαδερό που τα λέγανε φρατζόλες, για να εξυπηρετεί ως επί το πλείστον τους περαστικούς.

Γενικά το Αβδού ήταν πλούσιο και όμορφο χωριό, η άνοιξη ήταν κάτι το μαγευτικό, ο ήλιος που δεν ήταν ακόμη πολύ ζεστός, τα πεντακάθαρα νερά που κυλούσαν στα σοκάκια του χωριού, η μυρωδιά των λεμονανθών, οι ανθισμένες αμυγδαλιές και το ζωντάνεμα της φύσης αποτελούσαν ένα εκτάκτως μαγευτικό πανόραμα.

Είχα την τύχη να κατάγομαι από ευκατάστατη οικογένεια και το σπίτι μας με το περιβόλι, το πηγάδι με την τουλούμπα (αντλία), τις πορτοκαλιές, μανταρινιές, μια τζιτζιφιά (πολύ αγαπούσα τα τζίτζιφα), τη μεγάλη τραπεζαρία, το σαλόνι με τον ψηλό καθρέπτη ίσως τον ψηλότερο που υπήρχε τότε, προυκιό της μάνας μου, με βάση και κομοδινάκια, για να τοποθετούμε μικρά στολίδια, και το μπουφέ με τα κρυστάλλινα ποτήρια, και στο ανώγειο η ιδιαίτερη κρεβατοκάμαρα της μεγαλύτερης αδελφής και δική μου, και με λίγα λόγια το κεραμοσκεπές δίπατο σπίτι ήταν από τα καλύτερα της εποχής εκείνης.

Θυμούμαι πως πολλές από τις συμμαθήτριές μου (στο Δημοτικό) το μεσημέρι σαν σχολούσαμε, ερχόταν στο σπίτι μας, για να θαυμάσουν όλα τα παραπάνω αλλά και την ωραία κρεμαστή λάμπα με τις μακριές σωληνωτές πολύχρωμες χάντρες, που ανεβοκατέβαινε με τροχαλίες, για να την ανάψομε και πάλι ανέβαινε ωθώντας το στρογγυλό βαρίδι προς τα επάνω.

Ζήλευα όσες από τις συμμαθήτριές μου και αυτό φαίνεται σαν απίστευτο, έκαναν και έψηναν στο τηγάνι τη λεγόμενη πίτα και μου έδιναν και μένα ένα κομμάτι, ίσως το ζητούσα, ενώ στο σπίτι μας, είχαμε πάντα ζυμωτό, φτάζυμο παξιμάδι, που το έφτιαχνε και το έψηνε η μητέρα στο φούρνο. Αλλά κι εγώ ανταμοιβή για την πίτα τους έδινα φτάζυμο ντάκο, τυρί, σταφίδες, καρύδια (το σπίτι μου είχε τα ελέη του θεού ως και μελισσοτροφείο), έτσι έτρωγαν την πίτα που συνήθως την τρώγανε με ελιές ή καμιά φρίσσα (ρέγκα το μεσημέρι), θα ήταν από φτωχικές οικογένειες, αλλά όλοι εργαζόταν και αναφέρομαι στην περίοδο της συγκομιδής του καρπού της ελιάς. Τις φίλες μου τις ζήλευα επίσης, γιατί μετά το σχολείο πήγαιναν με τα τσουβαλάκια τους στην εξοχή και μάζευαν χόρτα, για να ταΐσουν τα κουνέλια -που σχεδόν όλα τα σπίτια τότε έτρεφαν- τις κότες, τα κατσίκια κ.λ.π.

Μου άρεσε αυτή η ασχολία, αλλά δεν με άφηναν οι γονείς μου, γιατί αυτή τη δουλειά την έκαναν πάντοτε οι άλλοι κι έτσι αναγκαστικά έμενα σπίτι παίζοντας με τις πολλές κούκλες μου ή διάβαζα. Η αλήθεια είναι πως το διάβασμα, δεν μου πολυάρεσε σαν το νοικοκυριό, που μου άρεσε να ράβω και να κεντώ όλα τα ρουχαλάκια στις κούκλες μου.

Αρκετές φορές επροβλημάτιζα τους γονείς μου που διαμαρτυρόμουν γιατί να τρώμε ζυμωτό ψωμί ωραίο και αφράτο και όχι και πίτα, όπως έτρωγαν πολλές φιλενάδες μου, ώστε η μητέρα αναγκαζόταν πότε πότε να μου κάνει μικρές πιτούλες, για να μην κλαίω. Ψυχολογία, που μαρτυρεί ένα παιδί παραχαϊδεμένο που είχε όλα τα καλά, πληθωρικά, άφθονα, ώστε να το κάνει να ζηλεύει την ανέχεια ή τη φτώχεια ακόμη των άλλων παιδιών. Αλλά στο βάθος της ψυχοσύνθεσής μου αυτό δεν ήταν ζήλεια με την κακή έννοια αλλά θλίψη στη σκέψη ότι αυτά τα συγχωριανάκια της ηλικίας μου έπρεπε να τρέχουν διαρκώς και να φροντίζουν για όλα όσα τους ανέθεταν οι γονείς τους, για να βρουν κάτι χρήσιμο για τη ζωή, κάτι φαγώσιμο, κάτι που τους έλειπε από το σπίτι τους. Θλίψη γιατί η ζωή τους ερχόταν σε αντίθεση με τη δική μου άνεση, τη δική μου ανεμελιά. Σκεπτόμουν όμως πως κι αυτά θα ζήλευαν ίσως τη θέση μου και θα παραπονιόταν, γιατί η μοίρα τους είχε δείξει την άσχημη πλευρά της ζωής.

Μετά από το Δημοτικό αλλάζει εντελώς το σκηνικό και η ζωή έρχεται τα πάνω κάτω. Περνώ στην εφηβεία, μπήκα σε Γυμνάσιο διάσημο σ’ όλη την Κρήτη, το Λύκειον «ο Κοραής» (στο οποίο φοίτησαν και τα δύο παιδιά του Ελευθερίου Βενιζέλου, Κυριάκος και Σοφοκλής, το 1908).

Στον «Κοραή» η ζωή δεν ήταν και τόσο ευχάριστη, πολλά τα μαθήματα, αυστηροί (οι περισσότεροι) καθηγητές, πειθαρχία αλλά και καλώς οργανωμένη ψυχαγωγία με τις εκδρομές, τη γυμναστική και τα πάσης φύσεως αθλήματα.

Στη Γυμναστική και τα αθλήματα, υποκύπτω στον πειρασμό, είχα πάντοτε διακρίσεις – σε αντίθεση με τα άλλα μαθήματα - ιδίως στα άλματα και το τρέξιμο «έσερνα πάντα πρώτη το χορό», όπως μου λένε σήμερα οι συμμαθήτριές μου, ήμουν σχεδόν η πιο καπάτσα. Πάντοτε στον «Κοραή» φοιτούσαν παιδιά των καλύτερων οικογενειών από όλη την Κρήτη.

Ξαφνικά, με το «Όχι !» του Μεταξά αλλά και όλου του ελληνικού λαού ξεκινά ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος (28-10-40), ο λεγόμενος και αλβανικός, γιατί οι Ιταλοί μας επετέθησαν από την Αλβανία. Οι Ιταλοί υπέστησαν ταπεινωτικές ήττες, ο Μουσολίνι άλλαξε 3 Αρχιστράτηγους, ήλθε και ο ίδιος τελικά με άφθονο πολεμικό υλικό και διηύθυνε τη μεγάλη μάχη επί 3 ημέρες. Ο Στρατός μας αμύνθηκε γενναία και τα πτώματα εκατέρωθεν ήσαν αμέτρητα (λένε χιλιάδες). Δοξάστηκε η Ελλάδα σ’ όλο τον κόσμο, όλα τα μεγάλα κράτη μας έψαλαν διθυράμβους, γιατί η Νίκη της Ελλάδος διέψευσε το ανίκητον του ΄Αξονος (Χίτλερ, Μουσολίνι) και ενεθάρρυνε όλους τους κατεχομένους λαούς της Ευρώπης, και άλλαξε την πορείαν του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Το φιάσκο του Μουσολίνι ανέλαβε να διορθώσει ο Χίτλερ, που επετέθη κατά της πατρίδος μας στις 6-4-41 και σε 15 μέρες την κατέκτησε όλη πλην της Κρήτης. Επιτέθηκε και κατά της Κρήτης το Μάϊο, την κατέκτησε και αυτή, αλλά έχασε το άνθος των αλεξιπτωτιστών. Η Μάχη της Κρήτης θαυμάζεται από όλη την Οικουμένη, ως η πλέον σημαντική καμπή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Οι Γερμανοί τουφέκιζαν αράδα σε πόλεις και χωριά, και φόβος και τρόμος κατείχε όλους μας. Είχαμε και το φόβο των Αγγλοαμερικανικών βομβαρδισμών του αεροδρομίου Καστελλίου, που ήτο πολύ κοντά με το Αβδού. Ο κόσμος εστερείτο και πεινούσε ποιος λίγο ποιος πολύ, αλλά το φάντασμα της πείνας απείλησε προ παντός την Αθήνα, όπου κατά τους μετριότερους υπολογισμούς, πέθαναν στους δρόμους πάνω από 100 χιλ. αποσκελετωμένοι και τα κάρα της Δημαρχίας τους μάζευαν κάθε μέρα, μέχρις ότου ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός άρχισε να στέλνει ικανοποιητική βοήθεια από το τέλος του 1942 στην Αθήνα και σε όλες τις πόλεις.

Στο Αβδού δεν μας έλειψαν και πολλά πράγματα, γιατί είχαμε σχεδόν απ’ όλα και μάλιστα αλληλοβοηθούμασταν όλοι οι συγγενείς και οι φίλοι. ΄Ετσι περνούσαμε καλά σχετικά με άλλα μέρη. Στο χωριό μας μαζεύτηκαν πολλοί ξένοι, επιστήμονες, φοιτητές, έμποροι, από το φόβο των καθημερινών βομβαρδισμών. Τα αεροδρόμια Καστελλίου και Ηρακλείου εβομβαρδίζοντο νυχθημερόν από τους ΄Αγγλους, τους Καναδούς και τους Αμερικανούς.

Με τους φιλοξενούμενους λοιπόν δημιουργήσαμε φιλικές σχέσεις, κάναμε παρέα, τρώγαμε όλοι μαζί σ’ ένα σπίτι από κάθε φορά, κάναμε περιπάτους στον αξέχαστο δρόμο ή σ’ άλλους χώρους.

Εφτασε ο Ιούνιος και Γερμανούς δεν είχε ακόμα το Αβδού. ΄Ηταν όμως ο μήνας που «βγάζανε» τον κλήδονα, που μου άρεσε πολύ με τις σατιρικές και αισθηματικές μαντινάδες. Κάποιος από τους γνωστούς Ηρακλειώτες ο κ. Νάθενας, θυμούμαι, είπε μια μαντινάδα και γελάσαμε όλοι.

«Του παντρεμένου δωσ’ φιλί να σκάψει να το χώσει, τ’ απάντρευτου μη θαρρευτείς, για θα σε φανερώσει».

Ετσι με παρέες, αστεία, περιπάτους, κοινά γεύματα, περνούσε ο καιρός. Μια μέρα αποφάσισε η παρέα να πάμε στις Ποταμιές, 4 χιλιόμετρα μακριά. Σαν φτάσαμε, βρήκαμε την ηρακλειώτικη οικογένεια του Γιάννη του Ρασιδάκη. Τον Γιάννη τον ήξερα από τον «Κοραή» συνδεόμεθα με φιλία και χάρηκα όταν έμαθα τις προόδους του στις εργασίες του (ναυτιλιακές, εμπορικές κ.λ.π). Μας περιποιήθηκαν πάρα πολύ, φύγαμε αργά, γυρίσαμε με τα πόδια.

Το Αβδού είχε και έχει πολλά αξιοθαύμαστα, παλαιά και νέα. Κάποια μέρα η παρέα αποφάσισε μια ημερήσια εκδρομή στην Αγία Φωτεινή, εκκλησάκι σε σπηλιά, σε βράχους, από τους οποίους αναβλύζει και νερό πεντακάθαρο. Είχαμε ξηρά τροφή, φάγαμε και θαυμάσαμε το καταπράσινο λεκανοπέδιο του Αβδού από ύψος 760μ. από τη θάλασσα.

Κάποτε πλέον ήρθε και εγκαταστάθηκε και στο Αβδού ένας λόχος Γερμανών και άρχισαν να ψάχνουν για καταλύματα. Ο πατέρας μου όμως είχε πληροφορίες, φαίνεται από την αντάρτικη ομάδα του Μπαντουβά ή από τους Εγγλέζους που γύριζαν στα γύρω βουνά, ότι θα ερχόταν γερμανικός στρατός στο χωριό. Σαν Δ/ντής του Δημοτικού Σχολείου, πήρε τα θρανία, τους χάρτες, την έδρα και όλα τα σχετικά και μετέφερε το Σχολείο στα επάνω δωμάτια του σπιτιού μας.

Ο πατέρας ήταν προνοητικός, ήξερε ότι το πρώτο σπίτι που θα καταλάμβαναν θα ήταν το δικό μας. Οι γερμανοί είδαν το Σχολείο και έφυγαν.

Ο κόσμος τρομοκρατήθηκε, στην αρχή, οι γερμανοί έκαναν πάσης φύσεως γαλιφιές. Πιθανόν αυτά να μην απείχαν πολύ από την αλήθεια. Εγώ όμως από το πολύ λίγο που τους έζησα, εσχημάτισα την εντύπωση ότι, ως λαός, έδειξε αφάνταστη σκληρότητα, απάνθρωπη συμπεριφορά σε όλη τη χώρα, αλλά προ παντός στην Κρήτη, η οποία τους κατέστρεψε τη Μοναδική Μεραρχία αλεξ/στών στη Μάχη της Κρήτης. Σκοτώθηκαν 5.000 γερμανοί αξ/κοί και στρατιώτες. Την περίοδο αυτή συγκροτήθηκαν οι ανταρτικές ομάδες στην Ελλάδα. Ένα είναι όμως, είναι λαός γραμματισμένος, εργατικός, και κατά βάσιν ηθικός όσον αφορά τις γυναίκες. ΄Όταν αυτές ήταν τίμιες, σεμνές, υπερήφανες και δεν προκαλούσαν, δεν διέτρεχαν κανένα κίνδυνο. Εμένα σαν αρχοντοπούλα που με θεωρούσαν, μου έδειχναν σεβασμό πραγματικά, πολλοί από αυτούς ήταν Αυστριακοί που μισούσαν τον παράφρονα Χίτλερ. Ο μόνος εξ αυτών των Αυστριακών, μορφωμένος και φανατικός αντιχιτλερικός που καθόταν κοντά στο σπίτι μας, ήταν ο σωτήρας μας, γιατί κάθε φορά που επρόκειτο να κάνουν συλλήψεις έτρεχε από την πίσω πόρτα του σπιτιού και στα γαλλικά μου έλεγε να φύγει ο μπαμπάς, γιατί απόψε θα κάνουν συλλήψεις. Αυτό επαναλαμβανόταν συχνά, όταν κάτι κακό θα συνέβαινε. Κάποτε μου έφερνε και καμιά σοκολάτα, ήταν τόσο ντροπαλός που δεν μπορούσα να μην τη δεχθώ. Σκέφτομαι τι να απέγινε αυτό το παιδί, ποια η τύχη του, αν τον έστειλαν στο ρωσικό μέτωπο.

Πολλά θα ήθελα να γράψω, από τις αναμνήσεις και τις εμπειρίες της μέχρι σήμερα ζωής μου, αλλά όπως φαίνεται και από τα παραπάνω, ο Θεός δεν με προίκισε με το χάρισμα της πένας, αλλά τουλάχιστον για τον έγγαμο βίο μου και τη συμβίωση με τον άνδρα μου νιώθω την ανάγκη να αναφερθώ με συντομία. Αισθάνομαι σαν το καλύτερο κομμάτι της ζωής μου την περίοδο αυτή.

Τον ακολούθησα χωρίς δισταγμό και συμπλέγματα επί 15 χρόνια στις Νομαρχίες που υπηρέτησε, και στάθηκα αντάξια σύζυγος και μητέρα, κέρδισα δε το θαυμασμό, την εκτίμηση και την αγάπη των κοινωνιών των περιοχών αυτών της Πατρίδας μας.

Ηταν σαν να ήμουνα πλασμένη για το ρόλο της κυρίας Νομάρχου. Συμμετείχα στην οργάνωση όλων των εκδηλώσεων, που ορίζονταν την εποχή εκείνη από το Νομάρχη, κοινωνικών, θρησκευτικών, πνευματικών (πλην πολιτικών) καλλιτεχνικών και εσχεδίαζα πάντοτε το πρόγραμμα εργασίας όσων με εβοηθούσαν, είτε γυναίκες είτε άνδρες ήτανε αυτοί.

Παρακαλέσαμε και καλέσαμε τον αείμνηστο Παντελή Πρεβελάκη (δεύτερος Καζαντζάκης) να έλθει στην πατρίδα του και να μας παραχωρήσει το δικαίωμα ν’ ανεβάσουμε σε παγκόσμια πρώτη το «Ηφαίστειο», που αφορούσε το ολοκαύτωμα του Αρκαδίου το 1866. Εόρταζε τότε η Κρήτη τα 100 χρόνια του ολοκαυτώματος και η Νομαρχία είχε χρηματοδοτηθεί με αρκετό ποσόν, ώστε εκάλεσε το εθνικό θέατρο με το ζεύγος, τους αείμνηστους Κατίνα Παξινού και Αλέξη Μινωτή, τεχνικούς, σκηνοθέτες κ.λ.π. Εφιλοξενήθηκαν από 60-70 οικογένειες, οι πάντα φιλόξενοι Ρεθυμνιώτες παρεχώρησαν τα σπίτια τους και παρείχαν και πλήρες πρωϊνό. Χαρακτηριστικά μου έλεγε η Παξινού μπάφιασαν στα αυγά όλοι τους, ενώ οι κ. στην Επίδαυρο μας τα πουλούσαν 5 δρχ. το ένα.

Μάζεψα 2-3 εκατοντάδες κομπάρσους από τα γύρω, χωρικούς και χωρικές, και οι τρεις παραστάσεις 8-9-10 Νοεμβρίου εσημείωσαν απρόσμενη επιτυχίαν και ενθουσίασαν τις 8-9 χιλιάδες θεατάς, μεταξύ των οποίων και μερικές δεκάδες ευρωπαίων τουριστών.

Στη δεξίωση που ακολούθησε παρευρέθησαν ο Αρχηγός του Γ.Ε. Στρατού Γεννηματάς, ο Δήμαρχος, βουλευτές και πολλοί άλλοι.

Εδωσα στην Παξινού δώρο ένα κρητικό υφαντό και εκείνη μου χάρισε το κομπολόϊ της που δεν αποχωριζόταν ποτέ, ως έλεγε.

Την ευχέρεια να εκτελέσω τα καθήκοντά μου σαν σύζυγος Νομάρχη, χωρίς τρακ ή κόμπλεξ, πιστεύω την απόκτησα στο χωριό μου. Και τούτο γιατί ο δάσκαλος πατέρας μου φιλοξενούσε πάντοτε στο σπίτι μας το συνέδριο των δασκάλων της περιοχής που γινόταν υπό την προεδρίαν του εκάστοτε Επιθεωρητού Δημοτικών Σχολείων. Διαρκούσε 2-3 μέρες, άκουγα τις παιδαγωγικές και άλλες συζητήσεις των. Οι εκάστοτε επιθεωρητές με τις γυναίκες τους, αν τις είχαν μαζί, εκοιμούντο στο σπίτι μας. Ακόμη στους γάμους, τους αρραβώνες, στα πανηγύρια της Λαγκάδος ο πατέρας μαζί με το γιατρό, τον παπά και το Δήμαρχο του χωριού ήσαν πάντοτε καλεσμένοι οικογενειακώς και, ως είναι άλλωστε φυσικό, απέκτησα μια κοινωνικότητα, μια άνεση συμπεριφοράς, μια αίσθηση ανωτερότητας, που με βοήθησαν πολύ στα καθήκοντά μου. Κοντά στον άνδρα μου Νομάρχη τόσων νομών περνούσα μια ζωή με αγάπη ανθρώπων, με εκτίμηση επισήμων και, μα ας το πω, μια ζωή παραμυθένια.

Τώρα όλα αυτά, ταξίδια στην Ευρώπη και στα διάφορα νησιά του Αιγαίου κ.λ.π., τα περασμένα γενικά, γίνονται ωραίες αναμνήσεις, που αποτελούν και την βακτηρίαν του γήρατος, αλλά διηγώντας τα, δεν είναι για να κλαις, αλλά να παραδειγματίζεις τα εγγόνια σου.

Κούλα Γ. Καμπάνη

Τελευταία ανανέωση ( 25.11.04 )
 
'Αλλες κατηγορίες
©2001 - 2004, mes-AVDOU, All Rights Reserved.
WebSite Created and Hosted by metrovista.creative.media, Heraklion.